Κυριακή, 28 Ιουνίου, 2026
28.8 C
Rhodes
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Ενοίκια: Η δαπάνη που «εξαφανίζει» τους μισθούς

    ΚΟΡΥΦΑΙΑ

    Για κάθε 100 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος που εισέρχονται σε ένα ελληνικό νοικοκυριό, τα 36 ευρώ κατευθύνονται στη στέγη. Κανένα άλλο κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν καταγράφει τόσο υψηλό ποσοστό, με το μέσο όρο στην Ευρώπη να είναι στο 19%, σχεδόν στο μισό από αυτόν της Ελλάδας.

    Τα στοιχεία για την αγορά στέγης στην Ελλάδα, δείχνουν ότι η στέγαση έχει μετατραπεί στη μεγαλύτερη πάγια δαπάνη των νοικοκυριών, απορροφώντας ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων στους μισθούς, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη εκατομμυρίων πολιτών.

    Η κατάσταση είναι δυσχερέστερη καθώς σύμφωνα με τη Eurostat, το 28,9% των Ελλήνων δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για κατοικία. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μόλις 8,2%. Με άλλα λόγια, σχεδόν τρεις στους δέκα Έλληνες βρίσκονται σε συνθήκες που οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θεωρούν οικονομικά προβληματικές.

    Οι μισθοί ανεβαίνουν, τα ενοίκια τρέχουν γρηγορότερα

    Το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση προβάλλει τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό και τη βελτίωση των αμοιβών ως απόδειξη της ανθεκτικότητας της οικονομίας. Αν εξετάσει όμως κανείς τα στοιχεία θα δει ότι αυτή η αύξηση δεν βελτιώνει το βιωτικό επίπεδο των Ελλήνων, καθώς μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης χάνεται στην αγορά κατοικίας.

    Από το 2019 μέχρι σήμερα ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά περίπου 39%. Την ίδια περίοδο οι τιμές των ενοικίων στις μεγάλες πόλεις αυξήθηκαν με πολύ ταχύτερους ρυθμούς. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς ακινήτων:

    ●     Σε πολλές περιοχές της Αθήνας τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά 55%-70% από το 2019.

    ●     Στη Θεσσαλονίκη οι αυξήσεις ξεπερνούν το 50%.

    ●     Το 2025 μόνο, τα ενοίκια στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 10,1%, καταγράφοντας μία από τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

     

    Το αποτέλεσμα είναι ότι οι μισθολογικές αυξήσεις αδυνατούν να καλύψουν το κόστος στέγασης. Σήμερα ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό λαμβάνει περίπου 780 ευρώ καθαρά. Ένα μικρό διαμέρισμα σε πολλές περιοχές της Αθήνας κοστίζει πλέον από 500 έως 650 ευρώ τον μήνα. Ένα δυάρι σε αρκετές συνοικίες ξεπερνά τα 700 ευρώ. Η αναλογία είναι αποκαλυπτική. Για χιλιάδες εργαζόμενους το ενοίκιο απορροφά πάνω από το 60% του καθαρού εισοδήματος.

    Πρόβλημα της μεσαίας τάξης

    Μέχρι πριν από λίγα χρόνια το στεγαστικό θεωρούνταν κυρίως πρόβλημα των νέων που προσπαθούσαν να φύγουν από το πατρικό τους σπίτι. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η αδυναμία εξεύρεσης φτηνής στέγης επεκτείνεται πλέον σε ολόκληρη τη μεσαία τάξη. Οι αυξήσεις δεν εντοπίζονται μόνο στις περιοχές υψηλής ζήτησης ή στα τουριστικά κέντρα. Καταγράφονται πλέον σε συνοικίες που παραδοσιακά φιλοξενούσαν μισθωτούς και μεσαία νοικοκυριά.

    Περιοχές όπως το Περιστέρι, το Αιγάλεω, ο Κορυδαλλός, η Νίκαια, το Ίλιον, η Καλαμαριά και οι δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης εμφανίζουν σημαντικές ανατιμήσεις τα τελευταία χρόνια. Η μεταβολή αυτή αλλάζει τα χαρακτηριστικά του προβλήματος. Δεν αφορά πλέον μόνο όσους αναζητούν σπίτι. Αφορά όσους ήδη κατοικούν σε αυτό και καλούνται να ανανεώσουν το μισθωτήριό τους με αυξημένο ενοίκιο.

     

    Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει ούτε τα υψηλότερα ευρωπαϊκά ενοίκια ούτε τις ακριβότερες κατοικίες. Διαθέτει όμως από τα χαμηλότερα διαθέσιμα εισοδήματα στην Ευρωζώνη. Αυτός είναι ο λόγος που το στεγαστικό βάρος εμφανίζεται τόσο υψηλό, ειδικά να αναλογιστεί κάποιος ότι ένας εργαζόμενος στη Γερμανία ή στην Ολλανδία μπορεί να πληρώνει υψηλότερο ενοίκιο σε απόλυτους αριθμούς, διαθέτει όμως πολλαπλάσιο εισόδημα. Στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος του ενοικίου αλλά η σχέση του με τον μισθό. Η διαφορά αυτή εξηγεί γιατί η χώρα εμφανίζεται σταθερά πρώτη στους ευρωπαϊκούς δείκτες στεγαστικής επιβάρυνσης.

    Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί

    Η Ελλάδα υπήρξε για δεκαετίες μία από τις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη. Η οικονομική κρίση, η πτώση των εισοδημάτων και η αδυναμία πρόσβασης σε στεγαστικό δανεισμό ανέτρεψαν σταδιακά αυτή την εικόνα. Πριν από περίπου δύο δεκαετίες η ιδιοκατοίκηση ξεπερνούσε το 80%. Σήμερα βρίσκεται κάτω από το 70%, αυξάνοντας έτσι διαρκώς τον αριθμό των νοικοκυριών που εξαρτώνται από την αγορά ενοικίου.

    Η μεταβολή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η νέα γενιά δυσκολεύεται να περάσει από το ενοίκιο στην αγορά κατοικίας. Οι υψηλές τιμές ακινήτων, τα αυξημένα επιτόκια των προηγούμενων ετών και το κόστος διαβίωσης καθιστούν τη μετάβαση ολοένα δυσκολότερη.

    Πλέον είναι βέβαιο οτι τα νέα δεδομένα αλλάζουν την εικόνα στην αγορά,  με την ιχυρή ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων μετά το 2018, τις ξένες επενδύσεις, το πρόγραμμα Golden Visa, την ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων και την περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών δημιούργησαν ένα περιβάλλον αυξημένων τιμών.  Την ίδια στιγμή, η οικοδομική δραστηριότητα δεν κατάφερε να καλύψει τη ζήτηση που συσσωρεύτηκε επί μία δεκαετία κρίσης.

    Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά με περιορισμένο απόθεμα διαθέσιμων κατοικιών και αυξημένο ανταγωνισμό μεταξύ των ενοικιαστών για τις ελάχιστες «ευκαιρίες» στην αγορά.

    Αν και η συζήτηση για την αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα επικεντρώνεται συνήθως στον πληθωρισμό, στα τρόφιμα και στην ενέργεια, οι αριθμοί δείχνουν ότι η κατοικία έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.  Η χώρα με τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση στην Ευρώπη καλείται πλέον να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση, την αποταμίευση, τη δημιουργία οικογένειας και την κινητικότητα των εργαζομένων.

    Πηγή ΟΤ

    - Advertisement -spot_img
    - Advertisement -spot_img

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ