Η σπέκουλα και η συκοφαντία γύρω από τη φορολογία του μεγάλου πλούτου απλώς δείχνει ότι κάποιοι φοβούνται μήπως φορολογηθούν
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα σήμερα παγκοσμίως είναι η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Η απόσταση όχι μόνο ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς αλλά και ανάμεσα στη μεσαία τάξη και τον μεγάλο πλούτο διαρκώς μεγαλώνει.
Οι απολογητές της ανισότητας υποστηρίζουν ότι αυτό δεν είναι πρόβλημα και ότι η διεύρυνση των ανισοτήτων είναι απλώς ένδειξη της ανάπτυξης και θα πρέπει να τις ανεχτούμε γιατί στο τέλος κάτι θα περισσεύει και για την κοινωνία.
Τα προβλήματα και η αδικία δε από τη συσσώρευση πλούτου σε λίγους διογκώνονται μέσω του φορολογικού συστήματος, διευρύνοντας το χάσμα των ανισοτήτων.
Είναι σαφές ότι για να υπάρξει κοινωνικό κράτος και κοινωνική συνοχή, για να στηριχτεί η δημόσια υγεία και παιδεία, για να υπάρξουν απαραίτητες δημόσιες επενδύσεις στις υποδομές, χρειάζονται πόροι. Και αυτοί εξασφαλίζονται από τη φορολογία.
Η φορολόγηση για πολλά χρόνια δαιμονοποιήθηκε. Αυτό δεν αφορούσε απλώς ότι συχνά έπαιρνε τη μορφή φορομπηξίας σε βάρος των μισθωτών πρωτίστως. Παράλληλα, θεωρήθηκε ότι η φορολογία αποτελούσε τροχοπέδη για την ανάπτυξη, γιατί αποσπούσε πόρους που θα γίνονταν επενδύσεις.
Αυτό ήταν εν μέρει σωστό. Όντως φορολογικά κίνητρα μπορούν να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να κάνουν περισσότερες επενδύσεις και έτσι να δημιουργήσουν περισσότερες θέσεις εργασίας και άρα οικονομική μεγένθυση. Και όντως μεγαλύτερη ανάπτυξη σημαίνει και περισσότερα δημόσια έσοδα.
Όμως, την ίδια στιγμή με αυτές τις πολιτικές σωρευόταν πλούτος, που δεν μεταφραζόταν σε επένδυση, αλλά τις περισσότερες φορές σε παρκάρισμα σε off-shore και σε κάθε λογής φορολογικούς παραδείσους, ή σε απλές επιδείξεις πλούτου. Ακόμη χειρότερα, αυτός ο πλούτος δεν υπόκειτο σε καμία φορολόγηση.
Αυτό οδήγησε τις χώρες στο να αναζητήσουν τρόπους να φορολογήσουν τον μεγάλο πλούτο. Και το βασικό που έκαναν ήταν περιουσιολόγιο. Δηλαδή, αναζήτησαν τρόπους να καταγράφουν όλο τον πλούτο κάποιου, ώστε να τον φορολογήσουν.
Το πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι όπως σημείωσα και πιο πάνω όλος αυτός ο πλούτος δεν είναι σε καταθέσεις στο όνομα των δικαιούχων, ούτε καν σε ακίνητα στο όνομά τους. Είναι «παρκαρισμένος» σε off-shore που ανήκουν σε άλλες εταιρείες και λογαριασμούς που χρειάζεται να ψάξεις αρκετά για να τους βρεις.
Παρ’ όλα αυτά αρκετές χώρες έχουν κάνει βήματα προόδου στο να βρουν τρόπους να αποκτήσουν πραγματική εικόνα του πλούτου κάποιου.
Στη χώρα μας, όμως, απέχουμε πολύ από αυτό. Και δεν είμαι βέβαιος ότι τουλάχιστον αυτή η κυβέρνηση θέλει να το κάνει. Γιατί μπορεί να ανακοινώνει «περιουσιολόγιο» αλλά δεν νομίζω ότι εννοεί κάτι παραπάνω από ένα κτηματολόγιο. Αναγκαίο σίγουρα, αλλά δεν καταγράφει όλο τον πλούτο.
Και εδώ να ξεκαθαρίσουμε ότι μέχρι τώρα στη χώρα μας το ζήτημα της φορολόγησης του πλούτου αντιμετωπίστηκε πρωτίστως είτε μέσα από τη λογική των «τεκμηρίων διαβίωσης» είτε μέσα από φόρους όπως ο ΕΝΦΙΑ. Παρότι τα τεκμήρια έχουν μια βάση, δηλαδή όντως εάν κάποιος διαθέτει κάποια περιουσιακά στοιχεία αυτά παραπέμπουν και σε κάποιο εισόδημα, αλλά είναι μια έμμεση συναγωγή, όχι μια πραγματική καταγραφή. Το περιουσιολόγιο πάει πέρα από τη λογική του «τεκμηρίου διαβίωσης»: εντοπίζει, καταγράφει και αποτιμά τον πλούτο. Και εάν καταγράψεις τον πλούτο, τότε μπορείς και να τον φορολογήσεις.
Εδώ ακριβώς είναι που μπορούμε να δούμε το πρόβλημα με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Γιατί αυτή είναι όντως μια κυβέρνηση που πανηγυρίζει για τις μειώσεις φόρων που έχει θεσπίσει. Ιδίως αυτές που ανακουφίζουν τους μισθωτούς και τους μικρομεσαίους. Μόνο που δεν ομολογεί ότι την ίδια στιγμή έχει αρνηθεί κάθε εκδοχή φορολογίας του μεγάλου πλούτου. Και αυτό το έχει κάνει όχι επειδή γενικά στηρίζει την επιχειρηματικότητα, αλλά επειδή θέλει να στηρίξει συγκεκριμένα συμφέροντα όπως π.χ. αυτά που είδαν τον πλούτο τους να εκτινάσσεται μέσα από «απευθείας αναθέσεις» και επί της ουσίας διασπάθιση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων
Και επειδή ένα σωστό περιουσιολόγιο καταγράφει και κινητές αξίες, ας σημειώσουμε και μια άλλη επιμονή της κυβέρνησης που στερεί στο κράτος φορολογικά έσοδα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν: την επιμονή της να μην ενεργοποιεί πραγματικά τη φορολογία της υπεραξίας από τις μεταβιβάσεις μετοχών και μεγάλων ακινήτων.
Γι’ αυτό και αξίζει τον κόπο να σταθούμε σε όσους αντέδρασαν σε αυτές τις προτάσεις. Γιατί είναι σαφές ότι ο καημός τους δεν είναι ο μικρομεσαίος, η μικρή βιοτεχνία, ο ελεύθερος επαγγελματίας. Ο καημός τους είναι τα δικά τους συμφέροντα. Γιατί είναι προφανές ότι το «σπορ» του παρκαρίσματος περιουσιακών στοιχείων σε off-shore μάλλον είναι δημοφιλές στη χώρα μας και μεταξύ ορισμένων δημοσιολογούντων που τώρα φοβούνται ότι θα κληθούν να πληρώσουν και λίγο φόρο.
Μόνο που δεν μπορούμε να έχουμε πραγματικά κοινωνική πολιτική και σε τελική ανάλυση μια κοινωνία πιο δίκαιη εάν το κριτήριο της χάραξης πολιτικής είναι η κατοχύρωση του δικαιώματος του μεγάλου πλούτου να έχει φορολογική ασυλία υπό το πρόσχημα της διευκόλυνσης της ανάπτυξης. Ιδίως όταν αυτό για το οποίο συζητάμε είναι μια πολύ μικρή σε ποσοστό φορολόγηση, που όμως αθροιστικά μπορεί να επιτρέψει να γίνουν έργα και παρεμβάσεις με σημαντικό κοινωνικό αντίκτυπο.
Και αυτό ακριβώς δείχνει ποια είναι η πραγματική πρόκληση: να έρθει μια κυβέρνηση που να βάζει τις ανάγκες της κοινωνίας πάνω από τα συμφέροντα κάποιων μικρών κοινωνικών μειοψηφιών.


