Ο Ευριπίδης Στυλιανίδης κατηγόρησε τα δημόσια πανεπιστήμια για «δικτατορία των μετριοτήτων». Μάλλον, θα έπρεπε να κοιτάξει τα «ιδρύματα» που νομιμοποίησε η κυβέρνησή του
Μιλώντας στη Βουλή για την Αναθεώρηση του Συντάγματος και ειδικότερα την προτεινόμενη από την κυβέρνηση αναθεώρηση του άρθρου 16 που ρητά απαγορεύει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ο γενικός εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας Ευριπίδης Στυλιανίδης υποστήριξε ότι στα δημόσια πανεπιστήμια επικρατεί μια «δικτατορία των μετριοτήτων». Παρότι, πιέστηκε από τη βουλεύτρια της Νέας Αριστεράς Σία Αναγνωστοπούλου να αποσύρει αυτή τη διατύπωση από τα πρακτικά, ο βουλευτής Ροδόπης επέμεινε: «Όχι. Δεν θα το διαγράψετε. Θα το γράψετε με κεφαλαία γράμματα. Διότι είναι δικτατορία των μετριοτήτων η συμπεριφορά ενός μικρού συνόλου των κατά τα άλλα εξαίρετων καθηγητών του δημοσίου πανεπιστημίου, που έδιωξαν χιλιάδες άξιους επιστήμονες, όταν ήρθαν να δώσουν τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα και τους έδιωξαν από σύμπλεγμα, από κόμπλεξ, από αίσθηση εξουσίας που δεν πρέπει να χάσουν, αν μπουν δίπλα τους άλλοι καλύτεροι διδάσκοντες που έρχονται από το εξωτερικό. Όλοι βιώσαμε τέτοιες καταστάσεις. Δεν αφορά στο σύνολο ευτυχώς». Επομένως, εύλογα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο κ. Στυλιανίδης υποστήριξε ότι τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια ταλανίζονται από μια «δικτατορία των μετριοτήτων», την οποία θα θεραπεύσουν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, όπως αυτά τα οποία νομιμοποίησε η κυβέρνηση, μέσα από τα παραρτήματα – Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Ν.Π.Π.Ε.) και ήδη λειτουργούν.
Μόνο που η πραγματικότητα είναι μάλλον αντίστροφη. Πολλά προβλήματα υπάρχουν στα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια, όμως πολύ δύσκολα θα μπορούσε το διδακτικό τους προσωπικό να χαρακτηριστεί «μετριότητα». Δεν είναι μόνο τα τυπικά προσόντα, όπως τα ορίζει η νομοθεσία, που μάλιστα στην τρέχουσα εκδοχή της έχει ψηφιστεί από αυτή την κυβέρνηση, και τα οποία προφανώς και δεν περιορίζονται στην απλή «κατοχή διδακτορικού». Είναι το γεγονός ότι στην πραγματικότητα – και αρκεί μια ματιά σε οποιαδήποτε κρίση για θέση μέλους ΔΕΠ – απαιτείται σημαντικό ερευνητικό έργο για την εκλογή. Επιπλέον υπάρχουν συγκεκριμένες προβλέψεις για το ποιος κρίνει όσους εκλέγονται σε θέση μέλους ΔΕΠ και τα εκλεκτορικά σώματα. Δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι αυτό το σύστημα γενικά εκλέγει «μετριότητες». Και βέβαια η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται σε κάθε βαθμίδα της εξέλιξης ενός μέλους ΔΕΠ, που καλείται να αποδείξει ότι παρήγαγε στο διάστημα που πέρασε από την προηγούμενη εκλογή του σημαντικό ερευνητικό έργο. Να το πω διαφορετικά: κανείς μπορεί να διαφωνεί με την μία ή την άλλη επιλογή προσώπου σε μια κρίση, όμως δύσκολα μπορεί κανείς να πιστέψει ότι συλλήβδην τα πανεπιστήμια εκλέγουν «μετριότητες».

Συνεδρίαση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος της Βουλής. Συζήτηση επί των άρθρων 5 ή 5Α ή νέου 5Β, 14 και 15 Τρίτη 16 Ιουνίου 2026 (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)
Άλλωστε, η πίεση στις πανεπιστημιακές δασκάλες και δασκάλους για να παράγουν ερευνητικό είναι διαρκής, σε μεγάλο βαθμό και εξαιτίας των συνεχών διαδικασιών αξιολόγησης και πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών, αλλά και της ανάγκης των ιδρυμάτων να ανεβαίνουν στις διεθνείς κατατάξεις, κάτι που σε μεγάλο βαθμό προϋποθέτει αυξημένο αριθμό επιστημονικών δημοσιεύσεων των μελών ΔΕΠ. Όλα αυτά αποτυπώνονται και στο διδακτικό έργο που προσφέρεται προς τις φοιτήτριες και τους φοιτητές σε όλα τα επίπεδα.
Αντιθέτως οι απαιτήσεις για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια – για τα οποία η κυβέρνηση αρνήθηκε να κάνει το στοιχειώδες, δηλαδή να απαιτήσει να λειτουργούν με το ίδιο θεσμικό πλαίσιο με τα δημόσια – περιορίζονται στην κατοχή διδακτορικού για το 90% των διδασκόντων. Ιδού οι σχετικές διατυπώσεις: «το ενενήντα τοις εκατό (90%) τουλάχιστον είναι κάτοχοι διδακτορικού σε θέμα συναφές με το αντικείμενο της διδασκαλίας τους και διαθέτει τα ουσιαστικά προσόντα, που απαιτούνται για την κατοχή θέσης διδακτικού προσωπικού αντίστοιχης βαθμίδας όπως επιστημονικές δημοσιεύσεις, ανακοινώσεις σε συνέδρια και μεταδιδακτορική έρευνα, με βάση τις αντίστοιχες προϋποθέσεις του μητρικού ιδρύματος, που περιλαμβάνονται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας». Και παρακάτω: «Τα κριτήρια εκλογής και εξέλιξης εγκρίνονται από το μητρικό ίδρυμα και τηρούν τις αρχές της διαφάνειας, της λογοδοσίας, της αξιοκρατίας, της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ποιοτικής παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης».
Είναι σαφές ότι αυτές οι γενικόλογες αναφορές σε προσόντα και το ιδιότυπο πέρα δώθε ανάμεσα στο παράρτημα και το μητρικό ίδρυμα, σημαίνουν ότι δεν πρόκειται να έχουμε την ίδια αυστηρότητα με τα δημόσια πανεπιστήμια ως προς την επιλογή διδακτικού προσωπικού. Επομένως, που είναι περισσότερο πιθανό να έχουμε μετριότητα;
Και τα προβλήματα δεν περιορίζονται στο θέμα του διδακτικού προσωπικού. Επιδιώκοντας η κυβέρνηση να ικανοποιήσει πάση θυσία ένα αίτημα που κατά βάση έχει τη μορφή «αφού μπορώ να πληρώσω για να σπουδάσει το παιδί μου ό,τι θέλει, γιατί να μην έχω αυτή τη δυνατότητα», δεν έθεσε αυστηρά κριτήρια επί της ουσίας ούτε στην είσοδο σε αυτά τα ιδρύματα ούτε στο πώς λειτουργούν. Δεν είναι τυχαίο, ότι την ώρα που εδώ και χρόνια απορριπτόταν κάθε αίτημα ίδρυσης νέας νομικής σχολής από δημόσια πανεπιστήμια, με βάση την εκτίμηση ότι αρκούν όσες ήδη υπάρχουν, καμία αντίρρηση δεν υπήρξε στο να κάνει αυτό ένα από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Την ίδια ώρα ανακοινώνεται ιδιωτική ιατρική σχολή, χωρίς καμιά εγγύηση ότι οι φοιτητές της θα έχουν την εμπειρία πραγματικών πανεπιστημιακών κλινικών, καθώς τα ιδιωτικά θεραπευτήρια όπου θα πάνε για την κλινική εκπαίδευση δεν έχουν αυτή τη δομή και διάρθρωση.
Όσο για το τι ήταν αυτό που «χιλιάδες επιστήμονες δεν είναι στο δημόσιο πανεπιστήμιο», αυτό δεν έχει να κάνει με καμιά «δικτατορία των μετριοτήτων», αλλά με το γεγονός ότι την περασμένη δεκαετία για πέντε χρόνια δεν άνοιξε καμία νέα θέση ΔΕΠ στα Πανεπιστήμια εξαιτίας των Μνημονίων, ότι ακόμη έκτοτε οι θέσεις που δίνονται υπολείπονται των πραγματικών αναγκών, ότι οι απολαβές των μελών ΔΕΠ στη χώρα αποτελούν πραγματικό αντικίνητρο για όποια/ον έχει τη δυνατότητα να απασχοληθεί σε πανεπιστημιακή θέση στο εξωτερικό, ότι το σύνολο του δημόσιου ερευνητικού «οικοσυστήματος» δεν έχει την υποστήριξη που θα του επέτρεπε να απορροφήσει όλο αυτό το υπαρκτό αξιόλογο επιστημονικό δυναμικό.
Όμως αυτά για την κυβέρνηση είναι ψιλά γράμματα. Το βασικό για αυτήν ήταν να διαμορφωθεί ένα ακόμη πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας και να έρθουν διάφοροι επιχειρηματίες και funds να επενδύσουν, γνωρίζοντας άλλωστε ότι πελατεία θα υπάρξει. Άλλωστε, είναι μια κυβέρνηση που παρότι έχει πανεπιστημιακούς στις τάξεις της, εντούτοις δεν αντιμετωπίζει τα δημόσια πανεπιστήμια πρωτίστως ως «δεξαμενές σκέψεις» για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας, αλλά περισσότερο ως «χώρους ανομίας», μια κυβέρνηση που έχει μια ιδεολογική εχθρότητα απέναντι σε οτιδήποτε το δημόσιο, μια κυβέρνηση που είναι έτοιμη να επενδύσει περισσότερο στη αγορά εφαρμογών ΑΙ παρά στην επένδυση στους χώρους που διαμορφώνουν τους επιστήμονες που σε τελική ανάλυση θα εξελίξουν αυτές τις εφαρμογές, και που κραδαίνει αυτή τη στιγμή ως λάβαρο τη συνταγματική αναθεώρηση ώστε να επιτραπούν και συνταγματικά τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, παρουσιάζοντας την ως πανάκεια για την ελληνική εκπαίδευση, παραβλέποντας ότι προφανώς τα υπαρκτά προβλήματα των δημόσιων πανεπιστημίων δεν θα τα λύσουν τα ιδιωτικά ιδρύματα, αλλά το εάν η κυβέρνηση θέλει όντως να τα στηρίξει και να μην τους λέει, όπως στην πράξη κάνει, «κόφτε το λαιμό σας να βρείτε λύσεις».


