Η δημόσια συζήτηση γύρω από την κρατική φύλαξη πολιτικών προσώπων και συγγενών τους δεν είναι ούτε «τοξική» ούτε υπερβολική.
Είναι ζήτημα δημοκρατίας, διαφάνειας και λογοδοσίας. Και όταν ο φορολογούμενος βλέπει να διατίθενται δεκάδες αστυνομικοί για την προστασία προσώπων που δεν κατέχουν εκλεγμένο δημόσιο αξίωμα, εύλογα γεννιούνται ερωτήματα. Ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ανιψιός του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού, βρέθηκε στο επίκεντρο πολιτικών και θεσμικών αντιδράσεων τα τελευταία χρόνια.
Το ερώτημα όμως παραμένει: με ποια ακριβώς θεσμική ιδιότητα συνεχίζει να απολαμβάνει υψηλού επιπέδου κρατική ασφάλεια; Αν ένας ιδιώτης θεωρεί ότι απειλείται, σε μια ευνομούμενη πολιτεία υπάρχουν διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου. Όμως εδώ τίθεται το πολιτικό και ηθικό ζήτημα: γιατί ο Έλληνας πολίτης να χρηματοδοτεί πολυάριθμη αστυνομική προστασία για πρόσωπα που δεν ασκούν δημόσιο λειτούργημα; Την ώρα που αστυνομικά τμήματα δηλώνουν υποστελεχωμένα, γειτονιές μένουν χωρίς επαρκή αστυνόμευση και πολίτες αισθάνονται ανασφάλεια, δεκάδες αστυνομικοί δεσμεύονται για VIP φυλάξεις. Η εικόνα αυτή ενισχύει την αίσθηση ενός κράτους δύο ταχυτήτων: ενός κράτους για τους ισχυρούς και ενός άλλου για τους απλούς πολίτες. Και εδώ γεννιέται το πιο «πικάντικο» αλλά ουσιαστικό ερώτημα: είναι η κρατική ασφάλεια προνόμιο εξουσίας ή πραγματική ανάγκη προστασίας;
Γιατί αν το κριτήριο είναι οι προσωπικές απειλές, τότε γιατί να μη δικαιούνται αντίστοιχη προστασία επιχειρηματίες που έχουν δεχθεί εκβιασμούς, δημοσιογράφοι που έχουν απειληθεί ή πολίτες που βρίσκονται σε κίνδυνο; Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με οικογενειακά προνόμια. Ούτε οι φόροι των πολιτών είναι «οικογενειακό πορτοφόλι» καμίας πολιτικής δυναστείας. Όταν η εξουσία δείχνει να προστατεύει υπερβολικά τους «δικούς της», η κοινωνία δικαιούται να ζητά απαντήσεις.
Το ζήτημα δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Και αφορά το πώς αντιλαμβάνεται η εξουσία τη σχέση της με τον πολίτη που πληρώνει τον λογαριασμό.


