Με αναλυτική επιστολή προς την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, το Οικονομικό Επιμελητήριο Δωδεκανήσου καταθέτει προτάσεις για την προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου εργασίας στις ιδιαιτερότητες του τουριστικού κλάδου, με επίκεντρο τους εποχικούς εργαζόμενους.
Όπως επισημαίνεται, οι ξενοδοχειακές, επισιτιστικές και γενικότερα τουριστικές επιχειρήσεις των νησιών αντιμετωπίζουν αυξημένες ανάγκες ανθρώπινου δυναμικού κατά την τουριστική περίοδο, γεγονός που καθιστά αναγκαία –κατά το Επιμελητήριο– την επικαιροποίηση ορισμένων ρυθμίσεων που αφορούν τον χρόνο εργασίας.
Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνονται:
-
Η δυνατότητα, μέσω Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, να ορίζεται περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό της ανώτατης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας μεγαλύτερη των τεσσάρων μηνών που ισχύουν σήμερα, εναρμονισμένη με τη διάρκεια της εποχικής απασχόλησης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ.
-
Η πρόβλεψη ρήτρας εξαίρεσης από το μέγιστο όριο εβδομαδιαίας εργασίας για τους εποχικούς εργαζόμενους στον τουρισμό, βάσει του άρθρου 22 της ίδιας Οδηγίας, με σαφή όρια και χωρίς υπέρβαση των ισχυόντων πλαισίων υπερωριών.
Στην επιστολή γίνεται αναφορά σε στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με τα οποία σε αρκετά κράτη-μέλη της Ε.Ε. εφαρμόζονται μεγαλύτερες περίοδοι αναφοράς ή ρήτρες εξαίρεσης, στο πλαίσιο της ευελιξίας που προβλέπει το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Το Οικονομικό Επιμελητήριο υποστηρίζει ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις θα μπορούσαν:
-
Να διασφαλίσουν τα εισοδήματα των εποχικών εργαζομένων, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να εργάζονται περισσότερες ώρες σε περιόδους αυξημένης ζήτησης.
-
Να ενισχύσουν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων σε νησιωτικές περιοχές με περιορισμένη διάρκεια τουριστικής περιόδου.
-
Να συμβάλουν στη διατήρηση της κοινωνικής και εργασιακής ισορροπίας, μέσα από θεσμικά κατοχυρωμένες συμφωνίες μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Δωδεκάνησο, όπου –όπως τονίζεται– η εποχικότητα είναι έντονη και το κόστος λειτουργίας αυξημένο, ενώ στη Ρόδο δεν ισχύουν πλέον μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω το οικονομικό περιβάλλον.
Κλείνοντας, το Επιμελητήριο χαρακτηρίζει τις προτάσεις του καλόπιστες και στοχευμένες, με γνώμονα –όπως αναφέρει– τη στήριξη τόσο των εποχικών εργαζομένων όσο και των επιχειρήσεων, καθώς και τη συνολική ενίσχυση της τοπικής οικονομίας των νησιών.


