Σε μια ανάλυση με τη μορφή «πολιτικού στοιχήματος», το POLITICO επιχειρεί να χαρτογραφήσει τις πιο κρίσιμες εξελίξεις που ενδέχεται να διαμορφώσουν το 2026, σε μια περίοδο έντονης διεθνούς αβεβαιότητας.

Από την πορεία των πολέμων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, έως τη σταθερότητα των αγορών, την πολιτική επιβίωση ηγετών όπως ο Νετανιάχου και ο Όρμπαν, αλλά και τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρακάτω καταγράφονται τα πιθανά σενάρια για την παγκόσμια πολιτική που παραμένει πιο απρόβλεπτη από ποτέ.

Ο Τραμπ καταφέρνει να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία

Παρά τις προσδοκίες ότι οι δυτικές κυρώσεις θα διέλυαν τη ρωσική οικονομία και θα ανάγκαζαν το Κρεμλίνο να υποχωρήσει, ο Βλαντίμιρ Πούτιν δείχνει ατάραχος. Ανεξάρτητα από τις απώλειες στο μέτωπο ή τις ουρές Ρώσων για καύσιμα λόγω ουκρανικών επιθέσεων με drones σε διυλιστήρια, παραμένει προσκολλημένος στις μαξιμαλιστικές του απαιτήσεις.

Την ίδια στιγμή, υπάρχουν εσωτερικά πολιτικά όρια στο τι μπορεί να αποδεχθεί ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι χωρίς να προκαλέσει την αντίδραση του λαού.

Ωστόσο, ο Τραμπ δείχνει συχνά διατεθειμένος να πιστέψει ότι μια συμφωνία είναι εφικτή. Μετά τη σύνοδο στην Αλάσκα με τον Πούτιν, ακούστηκε σε «ανοιχτό μικρόφωνο» να λέει στον Εμανουέλ Μακρόν ότι πιστεύει πως ο Ρώσος πρόεδρος «θέλει πραγματικά να κάνει μια συμφωνία μαζί μου». «Νομίζω ότι θέλει συμφωνία μαζί μου. Το καταλαβαίνεις αυτό; Όσο τρελό κι αν ακούγεται», πρόσθεσε.

Η αδιαλλαξία του Πούτιν, ωστόσο, έχει κατά καιρούς εκνευρίσει τον Τραμπ, ο οποίος αναρωτιέται αν τελικά «παίζει» μαζί του, όπως πιστεύει και η Μελάνια Τραμπ.

Ο Ρώσος πρόεδρος είναι δεξιοτέχνης στο να κρατά τον Τραμπ σε αναμονή. Χαρακτηριστική η δίωρη τηλεφωνική συνομιλία τους τον περασμένο μήνα, κατά την οποία άφησε να εννοηθεί το ενδεχόμενο συνόδου κορυφής, την ώρα που ο Τραμπ εξέταζε την αποστολή πυραύλων Tomahawk στην Ουκρανία.

Για τον Πούτιν, η παράταση του πολέμου ενδέχεται να είναι χρήσιμη: πιέζει περαιτέρω τις οικονομικά εξαντλημένες ευρωπαϊκές χώρες και απειλεί να διαρρήξει τη διατλαντική συμμαχία. Ένας αποσπασμένος Δυτικός κόσμος ευνοεί επίσης τον σύμμαχό του, Σι Τζινπίνγκ, καθώς υπολογίζει αν —και πότε— θα κινηθεί κατά της Ταϊβάν.

Επιπλέον, ένα απότομο τέλος του πολέμου θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει το καθεστώς Πούτιν. Η αιφνίδια έξοδος από μια «πολεμική οικονομία» θα πυροδοτούσε σκληρό εσωτερικό ανταγωνισμό για ολοένα και λιγότερους πόρους.

Με δεδομένη τη σοβαρή έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού στην Ουκρανία —μόλις δώδεκα στρατιώτες ανά χιλιόμετρο μετώπου— δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα ρήγμα στην πρώτη γραμμή. Ο Πούτιν ίσως υπολογίζει ότι κερδίζει περισσότερα συνεχίζοντας: περισσότερα εδάφη, αποδυναμωμένες δυτικές εγγυήσεις ασφαλείας και περιορισμό του μεγέθους του ουκρανικού στρατού, ανοίγοντας τον δρόμο για μελλοντική αναζωπύρωση των εχθροπραξιών.

Το αντεπιχείρημα; Η ρωσική οικονομία ασφυκτιά από υψηλά επιτόκια, έλλειψη εργατικού δυναμικού και αυξημένο κόστος δανεισμού, ενώ αυξάνεται η ανησυχία για τα «κόκκινα» δάνεια στις τράπεζες. Το σημερινό status quo ίσως δεν αντέξει επ’ άπειρον.

Από την άλλη, και η Ουκρανία κινδυνεύει να λυγίσει τον χειμώνα, με τις αδιάκοπες επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές και τους Ευρωπαίους να αδυνατούν να τη χρηματοδοτήσουν επαρκώς.

Απόδοση: 4/1

Οι αγορές ομολόγων λένε «ως εδώ» το 2026

Ο Τζέιμς Κάρβιλ, ο άνθρωπος πίσω από την εκστρατεία του Μπιλ Κλίντον, είχε πει κάποτε ότι θα ήταν διασκεδαστικό να μετενσαρκωθεί κανείς ως… αγορά ομολόγων. «Μπορείς να εκφοβίσεις τους πάντες», είχε πει χαρακτηριστικά.

Ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται χαμηλότερα στην ιεραρχία από τους πραγματικούς «άρχοντες του σύμπαντος»: τους λεγόμενους bond vigilantes, τα αφεντικά των hedge funds και των συνταξιοδοτικών ταμείων και τους μεγάλους χρηματοοικονομικούς παράγοντες. Την άνοιξη αναγκάστηκε να «παγώσει» τη βασική του πολιτική των «ανταποδοτικών δασμών», όταν οι αγορές ομολόγων αντέδρασαν αρνητικά.

Η τεράστια συλλογική ισχύς των παγκόσμιων επενδυτών φάνηκε ξεκάθαρα πριν από τρία χρόνια, όταν αντέδρασαν στο κακοσχεδιασμένο μίνι-προϋπολογισμό της τότε πρωθυπουργού της Βρετανίας, Λιζ Τρας. Η θητεία της ήταν η συντομότερη στην ιστορία της χώρας: μόλις 49 ημέρες, σπάζοντας το προηγούμενο ρεκόρ του Τζορτζ Κάνινγκ το 1827 — με τη διαφορά ότι εκείνος είχε πεθάνει εν ώρα καθήκοντος.

Πόσοι ακόμη δυτικοί ηγέτες θα μπορούσαν να οδηγηθούν στην έξοδο το 2026, καθώς αποτυγχάνουν να συγκρατήσουν τα αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα;

Η κακή κατάσταση των δημόσιων οικονομικών, από την Ιαπωνία έως τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, έχει διατηρήσει τα μακροπρόθεσμα επιτόκια δανεισμού κοντά σε υψηλά πολλών ετών. Οι προκλήσεις από το υψηλό δημόσιο χρέος, τη χαμηλή ανάπτυξη και τη στάσιμη παραγωγικότητα εντείνονται, καθιστώντας όλο και δυσκολότερη τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών.

Η ζήτηση για κρατικά ομόλογα παγκοσμίως έχει μειωθεί, καθώς οι θεσμικοί επενδυτές ανησυχούν για τη δυνατότητα μεγάλων κρατών να διαχειριστούν βιώσιμα τα οικονομικά τους. «Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για να καλυφθεί πραγματικά η αύξηση του χρέους απουσιάζουν και οι αγορές το βλέπουν», δήλωσε τον Σεπτέμβριο ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, Κρίστιαν Ζέβινγκ.

Με το εκρηκτικό δημόσιο χρέος της, η Γαλλία λειτουργεί ως «καναρίνι στο ορυχείο», με διαδοχικούς πρωθυπουργούς του Εμανουέλ Μακρόν να αδυνατούν να εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική ή κοινωνική στήριξη για σοβαρή μείωση του χρέους. Η Βρετανία ακολουθεί από κοντά. Οικονομική κρίση και πολιτική κρίση πάνε χέρι-χέρι, ενισχύοντας η μία την άλλη. Για εκλογικούς λόγους, οι κυβερνήσεις διστάζουν τόσο να αυξήσουν φόρους όσο και να περικόψουν δαπάνες, αλλά κάποια στιγμή κάτι θα «σπάσει».

Απόδοση: 5/1

Ο Νετανιάχου επιβιώνει ξανά

Δεν τον αποκαλούν τυχαία «Μάγο». Όταν όλα μοιάζουν χαμένα στην πολιτική καριέρα του Μπενιαμίν Νετανιάχου, εκείνος καταφέρνει να επιστρέφει. «Είναι ένας εμμονικός, αμείλικτος μαχητής. Για εκείνον, η αποτυχία δεν αποτελεί αποδεκτή επιλογή», σημειώνει ο βιογράφος του, Μπεν Κάσπιτ.

Το προσωνύμιο «Μπίμπι ο Μάγος» εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’90, όταν κέρδισε τον Σιμόν Πέρες σε εκλογές που διεξήχθησαν λίγους μήνες μετά τη δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν. Αργότερα, ελάχιστοι πίστευαν ότι θα μπορούσε να κερδίσει το 2015, εν μέσω ερευνών και κατηγοριών για κατάχρηση εμπιστοσύνης και δωροδοκία. Κι όμως, κατάφερε και πάλι να «βγάλει λαγό από το καπέλο», εξασφαλίζοντας επανεκλογή μέσω συμμαχιών με την ακροδεξιά και τους θρησκευτικούς εθνικιστές, τακτική που επανέλαβε και το 2019.

Πριν από δύο χρόνια, πολλοί έσπευσαν να γράψουν το πολιτικό του «τέλος» μετά την επίθεση της Χαμάς. Η κυβέρνησή του κατηγορήθηκε ευρέως για μια καταστροφική αποτυχία αποτροπής της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου, που θεωρήθηκε το σοβαρότερο πλήγμα στην ασφάλεια της χώρας από τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973, ο οποίος έβαλε τέλος στην καριέρα της Γκόλντα Μέιρ.

Οι βουλευτικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως τον Οκτώβριο του 2026, με πολλούς να εκτιμούν ότι θα γίνουν νωρίτερα, κάτι που ενδεχομένως επιθυμεί και ο ίδιος ο Νετανιάχου. Παρά τις εξελίξεις της 7ης Οκτωβρίου και τις δικαστικές του περιπέτειες, η πολιτική του θέση έχει σταδιακά βελτιωθεί. Τα ποσοστά του άρχισαν να ανακάμπτουν μετά τη στρατιωτική επιχείρηση κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο και ενισχύθηκαν περαιτέρω μετά την ταπείνωση του Ιράν.

Ο Τραμπ φαίνεται επίσης να του έκανε μια σημαντική πολιτική χάρη, πιέζοντάς τον να αποδεχθεί το σχέδιο ειρήνης για τη Γάζα και να συμφωνήσει σε εκεχειρία. Ο Νετανιάχου μπόρεσε να χρησιμοποιήσει τον Τραμπ ως «άλλοθι» για να σταματήσει τις επιχειρήσεις στη Γάζα, παρακάμπτοντας τους θρησκευτικούς εθνικιστές και τους ακροδεξιούς εταίρους του συνασπισμού του που ήθελαν τη συνέχιση του πολέμου.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο δεξιός συνασπισμός του δυσκολεύεται να εξασφαλίσει πλειοψηφία 61 εδρών στην 120μελή Κνεσέτ, ωστόσο το ίδιο ισχύει και για την αντιπολίτευση. Δημοσκόπηση του Zman Yisrael τον περασμένο μήνα έδειξε ότι ο Νετανιάχου ενισχύει τη θέση του μετά τη συμφωνία εκεχειρίας και απελευθέρωσης ομήρων, με το Λικούντ να οδεύει εκ νέου προς την πρώτη θέση.

Η μεγαλύτερη ελπίδα των αντιπάλων του είναι η ενότητα. Αυτή είναι η στρατηγική που ακολουθεί ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, ο οποίος προσπαθεί να προσελκύσει τον πρώην αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, Γκάντι Άιζενκοτ, ώστε οι εκλογές να εξελιχθούν σε ευθεία αναμέτρηση μεταξύ εκείνου και του Νετανιάχου.

Έχει άραγε ο Νετανιάχου ακόμη ένα χαρτί στο μανίκι του;

Απόδοση: 3/1

Ο Ορμπαν κερδίζει ξανά τις εκλογές στην Ουγγαρία

Ποιος θα στοιχημάτιζε εναντίον του Βίκτορ Όρμπαν και του εθνικιστικού κόμματός του, Fidesz, ότι δεν θα έχουν μία ακόμα κοινοβουλευτική νίκη;

Ο Όρμπαν έχει επικρατήσει στις τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις. Αποτελεί κόκκινο πανί για τους κεντρώους και την Αριστερά στην Ευρώπη, οι οποίοι θα ήθελαν όσο τίποτε άλλο να τον δουν να ηττάται στις κάλπες του Απριλίου.

«Οι εκλογές δεν θα είναι αποκομμένες από την υπόλοιπη Ευρώπη», λέει με νόημα ο Φρανκ Φουρέντι, επικεφαλής του παραρτήματος στις Βρυξέλλες του κυβερνητικά χρηματοδοτούμενου ουγγρικού εκπαιδευτικού ιδρύματος Mathias Corvinus Collegium. Προβλέπει ότι η Ουγγαρία θα γίνει το πεδίο μιας σφοδρής ιδεολογικής σύγκρουσης, που θα πολώσει ακόμη περισσότερο μια ήδη βαθιά διχασμένη κοινωνία.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, οι influencers του κινήματος MAGA και οι σύμμαχοι του Όρμπαν στην ευρωομάδα Patriots for Europe είναι εξίσου αποφασισμένοι να τον δουν να παραμένει πρωθυπουργός. Αντλούν μάλιστα αισιοδοξία από τη νίκη του δεξιού λαϊκιστή Αντρέι Μπάμπις στις κοινοβουλευτικές εκλογές της Τσεχίας τον Οκτώβριο, αλλά και από την εκλογή εθνικά συντηρητικού προέδρου στην Πολωνία φέτος.

Ακόμη και οι πιο πιστοί υποστηρικτές του Όρμπαν, πάντως, αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για τη δυσκολότερη εκλογική μάχη των τελευταίων 15 ετών, με το πλεονέκτημα της εξουσίας να μετατρέπεται σε μειονέκτημα.

Η προεκλογική εκστρατεία έχει ήδη ξεκινήσει. Κύριος αντίπαλος του Όρμπαν είναι ο Πέτερ Μάγιαρ, ευρωβουλευτής και πρώην στέλεχος του Fidesz, ο οποίος επιδιώκει να εκμεταλλευτεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια για τον πληθωρισμό-ρεκόρ, τα οικονομικά προβλήματα και μια σειρά πολιτικών σκανδάλων. Το φιλοδυτικό, κεντροδεξιό κόμμα του, Tisza, εμφανίζεται ισόπαλο με το Fidesz σε πολλές δημοσκοπήσεις — ορισμένες μάλιστα τον φέρνουν μπροστά.

Ωστόσο, ένας στους τέσσερις Ούγγρους παραμένει αναποφάσιστος. «Λίγη πονηριά και πολλή προεκλογική εκστρατεία» θα μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα, εκτιμά ο πολιτικός αναλυτής Πέτερ Κρέκο από το think tank Political Capital. «Το προβάδισμα της Tisza δεν είναι δεδομένο».

Ο Όρμπαν παρουσιάζει τον Μάγιαρ ως «μαριονέτα των Βρυξελλών» και ακόμη και ως Ουκρανό πράκτορα επιρροής που θέλει να σύρει την Ουγγαρία σε πόλεμο. Ποντάρει, για άλλη μια φορά, στην πολεμική κατά της ΕΕ και στις πολιτισμικές συγκρούσεις, με τη βοήθεια ενός μιντιακού τοπίου ελεγχόμενου από συμμάχους του. Και αυτό ίσως αποδειχθεί ξανά αποτελεσματικό.

Απόδοση: 2/1

Ξεσπά κρίση στο «σκιώδες» τραπεζικό σύστημα

Αξίζει μια ανήσυχη ματιά και προς την ανεξέλεγκτη αγορά ιδιωτικής χρηματοδότησης και τις λεγόμενες «σκιώδεις τράπεζες». Ακόμη και ο συνήθως συγκρατημένος διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλι, έχει ήδη σημάνει συναγερμό.

Τον Οκτώβριο προειδοποίησε για ανησυχητικές ομοιότητες με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οποία πυροδοτήθηκε από τη φούσκα της αμερικανικής αγοράς κατοικίας, την υπερβολική πίστωση και τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια, που «πακεταρίστηκαν» σε αδιαφανή χρηματοοικονομικά προϊόντα, διαχέοντας τον κίνδυνο σε ολόκληρο το παγκόσμιο σύστημα.

Θα μπορούσε άραγε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα να γονατίσει ξανά;

Οι αγορές ιδιωτικής πίστωσης έχουν εξελιχθεί σε βασική πηγή χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις, εν μέρει επειδή οι παραδοσιακές τράπεζες δεν ανέκτησαν ποτέ την όρεξή τους για ρίσκο μετά το 2008 και, επιπλέον, περιορίζονται από αυστηρότερη ρύθμιση.

Τα hedge funds και τα private equity funds που συγκροτούν τον «σκιώδη» τραπεζικό τομέα κατέχουν πλέον σχεδόν το μισό των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων — αξίας περίπου 250 τρισ. δολαρίων, σύμφωνα με το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας των ΗΠΑ.

Το θετικό στοιχείο είναι ότι, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές τράπεζες, δεν χρησιμοποιούν καταθέσεις ιδιωτών για να επενδύουν σε μακροπρόθεσμα και μη ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία. Αντλούν κεφάλαια από επενδυτές που αποδέχονται ότι τα χρήματά τους θα παραμείνουν δεσμευμένα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, μειώνοντας θεωρητικά τον κίνδυνο μαζικών αναλήψεων, όπως συνέβη με τη Lehman Brothers.

Θεωρητικά όμως. Αν η αγορά ιδιωτικής πίστωσης αναταραχθεί, οι επιπτώσεις θα μεταδοθούν αναπόφευκτα και σε άλλα τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Και κυβερνήσεις με άδεια ταμεία δεν θα έχουν τη δυνατότητα να οργανώσουν διασώσεις τύπου 2008, ιδίως σε μια εποχή αυξημένου λαϊκισμού.

Επιπλέον, οι «σκιώδεις τράπεζες» έχουν επενδύσει βαριά στην τεχνητή νοημοσύνη — και δεν αποκλείεται το AI boom να αποδειχθεί μια φούσκα έτοιμη να σκάσει. Ίσως να ήρθε η ώρα για… καταφύγιο.

Απόδοση: 3/1

Δημοκρατικοί εναντίον Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ

Η διατήρηση του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων θα αποτελέσει δύσκολη αποστολή για τους Ρεπουμπλικανούς.

Ιστορικά, το κόμμα του εν ενεργεία προέδρου σχεδόν πάντα χάνει τη Βουλή στις ενδιάμεσες εκλογές. Από το 1938, αυτό δεν συνέβη μόλις δύο φορές. «Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχαν εξαιρετικές συνθήκες», σημειώνει ο Γουίλιαμ Γκάλστον του Brookings Institution.

Το 2002, οι Ρεπουμπλικανοί του Τζορτζ Μπους επωφελήθηκαν από το κλίμα εθνικής συσπείρωσης μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Το 1998, οι Δημοκρατικοί του Μπιλ Κλίντον ενισχύθηκαν από την αντιδημοφιλή προσπάθεια καθαίρεσής του από τους Ρεπουμπλικανούς.

Το έργο των Δημοκρατικών περιπλέκεται από αμφιλεγόμενες αλλαγές στις εκλογικές περιφέρειες που προωθήθηκαν από τον Τραμπ στο Τέξας και αλλού, οι οποίες αναμένεται να χαρίσουν επιπλέον έδρες στους Ρεπουμπλικανούς, αν και μέρος αυτών θα αντισταθμιστεί από αντίστοιχες κινήσεις των Δημοκρατικών στην Καλιφόρνια.

Παρόλα αυτά, με τους Ρεπουμπλικανούς να διαθέτουν οριακή πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί θεωρούνται φαβορί για την επανάκτηση της Βουλής, ιδίως αν η καθαρή δημοτικότητα του Τραμπ παραμείνει αρνητική. Ενθαρρυντικό σημάδι για το κόμμα αποτέλεσαν οι νίκες  στο Νιου Τζέρσεϊ και τη Βιρτζίνια τον Νοέμβριο.

Η Γερουσία, ωστόσο, αποτελεί διαφορετική υπόθεση. Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν πλειοψηφία έξι εδρών και κινούνται σε πιο ασφαλές έδαφος. Αν και θα υπερασπιστούν 22 έδρες έναντι 13 των Δημοκρατικών, οι περισσότεροι εν ενεργεία γερουσιαστές τους θεωρούνται ασφαλείς. Μόνο ένας Ρεπουμπλικανός διεκδικεί έδρα σε πολιτεία που ψήφισε την Κάμαλα Χάρις στις προεδρικές εκλογές, ενώ δύο Δημοκρατικοί κατεβαίνουν σε πολιτείες που κέρδισε ο Τραμπ.

Συνολικά, οι Ρεπουμπλικανοί εμφανίζονται σε ισχυρότερη θέση στη Γερουσία απ’ ό,τι στη Βουλή. Για να την κερδίσουν οι Δημοκρατικοί θα απαιτούνταν ένα τεράστιο αντι-Τραμπ κύμα, ακόμη και σε βαθιά συντηρητικές πολιτείες. Δεν είναι πιθανό, αλλά έχουν συμβεί και πιο παράξενα πράγματα.

Δημοκρατικοί κερδίζουν τη Βουλή: απόδοση 2/1

Ρεπουμπλικανοί διατηρούν τη Γερουσία: απόδοση 2/1