Μία Πανελλαδική Συνδιάσκεψη μετά τα μπλόκα αναμένεται να δρομολογήσει νέες δράσεις, καθώς η δυσαρέσκεια απέναντι στη στάση της κυβέρνησης παραμένει.

Μία εβδομάδα έχει περάσει από την ημέρα που τα μπλόκα των αγροτών, των κτηνοτρόφων, των μελισσοκόμων και των αλιέων αποσύρθηκαν από τους δρόμους. Ωστόσο, όπως είχαν ήδη επισημάνει σε δηλώσεις τους στο «Βήμα», η εξέλιξη αυτή δεν σηματοδοτεί και το τέλος των κινητοποιήσεων του πρωτογενούς τομέα.

Οι εκπρόσωποι των κλάδων που συμμετέχουν στην Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων αναμένεται να συναντηθούν εκ νέου την Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου, στις 13:00, στη Νίκαια της Λάρισας. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης θα πραγματοποιηθεί ένας συνολικός απολογισμός των έως τώρα δράσεών τους, με στόχο την αποτίμηση των αποτελεσμάτων των προηγούμενων κινητοποιήσεων.

Στο τραπέζι των συζητήσεων θα τεθούν, παράλληλα, οι επόμενες κινήσεις της Επιτροπής, καθώς και οι νέες μορφές κινητοποιήσεων που ενδέχεται να αποφασιστούν, ανάλογα με τις εξελίξεις και τη στάση της πολιτείας απέναντι στα αιτήματα του κλάδου. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αποφάσεις που θα ληφθούν αναμένεται να καθορίσουν το πλαίσιο των επόμενων παρεμβάσεων των ανθρώπων της πρωτογενούς παραγωγής το προσεχές διάστημα.

Οι πιθανές επόμενες κινήσεις τους

Οι εκπρόσωποι του πρωτογενούς τομέα παραγωγής αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να προχωρήσουν στη χρήση του «τελευταίου τους χαρτιού», το οποίο, σύμφωνα με τον σχεδιασμό τους, αφορά τη διοργάνωση ενός μεγάλου, μαζικού και πανελλαδικού συλλαλητηρίου στο κέντρο της Αθήνας.

Στη συγκεκριμένη κινητοποίηση αναμένεται να δώσουν το «παρών» αγρότες, κτηνοτρόφοι, αλιείς και μελισσοκόμοι, με στόχο να αναδείξουν με τον πλέον εμφατικό τρόπο τη σοβαρότητα και την κρισιμότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, ασκώντας παράλληλα έντονη πίεση προς την πολιτεία για την άμεση υιοθέτηση ουσιαστικών και αποτελεσματικών λύσεων.

Εξετάζεται, επίσης, σοβαρά το ενδεχόμενο απεύθυνσης καλέσματος και προς ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, σωματεία και συλλογικούς φορείς, ώστε η κινητοποίηση να αποκτήσει χαρακτηριστικά γενικότερης κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Μέσα από τη διεύρυνση της συμμετοχής, επιδιώκεται να καταστεί σαφές ότι τα ζητήματα της υπαίθρου και της πρωτογενούς παραγωγής δεν αφορούν μόνο τους ανθρώπους του κλάδου, αλλά συνδέονται άμεσα με την επισιτιστική ασφάλεια, την ακρίβεια, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη συνολική κοινωνική και οικονομική σταθερότητα της χώρας.

Τα αγκάθια παραμένουν

Πολλά είναι τα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει ο πρωτογενής τομέας παραγωγής. Κάθε κλάδος έχει τα δικά του προβλήματα, τα οποία καθιστούν δυσβάσταχτη την επιβίωση των επαγγελματιών στην ύπαιθρο. Ωστόσο, τρία είναι τα βασικά «αγκάθια» που μέρα με τη μέρα φαίνεται να δημιουργούν περαιτέρω πιέσεις.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ στο επίκεντρο

Η εξυγίανση του ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς και η πλήρης απονομή δικαιοσύνης μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου με τις παράνομες επιδοτήσεις, αποτελούν ένα από τα ζητήματα που τέθηκαν ψηλά στην ατζέντα των εκπροσώπων του πρωτογενούς τομέα στις συζητήσεις τους με την κυβέρνηση. Οι άνθρωποι της παραγωγής επισημαίνουν ότι η διαφάνεια και η αποκατάσταση της αξιοπιστίας του οργανισμού συνιστούν βασική προϋπόθεση για τη στήριξη όσων δραστηριοποιούνται πραγματικά στον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα.

Όπως τονίζουν αγρότες και κτηνοτρόφοι σε δηλώσεις τους στο «Βήμα», την ώρα που οι ίδιοι δίνουν καθημερινό αγώνα για να παραμείνουν στο επάγγελμα και να βιοπορίζονται από αυτό, διαπιστώνουν ότι υπήρξαν άτομα τα οποία εκμεταλλεύτηκαν τους ελλιπείς ελέγχους και τις αδυναμίες του συστήματος, λαμβάνοντας παράνομες επιδοτήσεις για ζωικό και φυτικό κεφάλαιο που ουδέποτε διέθεταν.

Το γεγονός αυτό, όπως σημειώνουν, όχι μόνο στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και αδικεί τους συνεπείς παραγωγούς, αλλά υπονομεύει συνολικά την αξιοπιστία του συστήματος ενισχύσεων. «Βλέπουμε ανθρώπους να πλουτίζουν παράνομα, ενώ εμείς παλεύουμε να επιβιώσουμε», αναφέρουν χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι αυτή η κατάσταση κάνει την «οργή τους να ξεχειλίζει» και εντείνει το αίσθημα αδικίας στον αγροτικό κόσμο.

Παράλληλα, ζητούν ουσιαστικούς και διαρκείς ελέγχους, επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και παραδειγματική τιμωρία όσων ευθύνονται, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι ευρωπαϊκές και εθνικές ενισχύσεις θα κατευθύνονται αποκλειστικά σε όσους τις δικαιούνται πραγματικά.

Στην ατζέντα και η Mercosur

Εντονη δυσαρέσκεια προκαλεί η εμπορική συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Mercosur, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας και πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι εκπρόσωποι του πρωτογενούς τομέα εκφράζουν σοβαρούς φόβους ότι η συμφωνία θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό από εισαγόμενα προϊόντα, απειλώντας άμεσα την ελληνική παραγωγή και τη βιωσιμότητα πολλών κλάδων της αγροτικής οικονομίας — ένα επιχείρημα που έχει καταστεί κεντρικό στοιχείο στη διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση και τις ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ.

Παρά τις προσπάθειες των υποστηρικτών της για προώθηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετά από δεκαετίες διαπραγματεύσεων, η τελική εφαρμογή της συμφωνίας έχει προς το παρόν «παγώσει», καθώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε την παραπομπή της στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έλεγχο συμβατότητας με τις Συνθήκες της ΕΕ. Η διαδικασία αυτή αναμένεται να διαρκέσει αρκετούς μήνες, με πιθανό αντίκτυπο στις συνολικές προθεσμίες και προτεραιότητες της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ανησυχίες των ελληνικών παραγωγικών φορέων, που υποστηρίζουν ότι η απελευθέρωση των εισαγωγών από χώρες της Mercosur, χωρίς αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας, θα αυξήσει σημαντικά τον ανταγωνισμό για εγχώρια προϊόντα. Αγρότες, κτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι και αλιείς φοβούνται ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μείωση τιμών και πιέσεις στα εισοδήματά τους, ιδιαίτερα σε ευαίσθητους τομείς όπως τα κτηνοτροφικά και φυτικά προϊόντα, ενώ παράλληλα ενδέχεται να υπονομεύσει την περιφερειακή ανάπτυξη και την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας.

Η ευλογιά των αιγοπροβάτων «θερίζει»

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο ζήτημα της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, η οποία πλήττει το ζωικό κεφάλαιο και προκαλεί σοβαρές απώλειες στον κτηνοτροφικό κόσμο. Οι κτηνοτρόφοι επισημαίνουν ότι η εξάπλωση της ασθένειας έχει άμεσο και πολυεπίπεδο αντίκτυπο στη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεών τους, καθώς οδηγεί σε απώλειες παραγωγής, αυξημένο κόστος και ανασφάλεια για το μέλλον του κλάδου.

Στο πλαίσιο αυτό, ζητούν από την πολιτεία τη λήψη άμεσων και συγκεκριμένων αποφάσεων αναφορικά με τον εμβολιασμό των ζώων, τονίζοντας ότι η έγκαιρη και οργανωμένη αντιμετώπιση της ασθένειας είναι κρίσιμη τόσο για τη διασφάλιση του εισοδήματός τους όσο και για την υγεία και την ασφάλεια της ζωικής παραγωγής συνολικά. Όπως υπογραμμίζουν, η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων αυξάνει τον κίνδυνο περαιτέρω εξάπλωσης της νόσου, με ανυπολόγιστες συνέπειες για ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.

Παράλληλα, οι κτηνοτρόφοι θέτουν ζήτημα επαρκούς αποζημίωσης για όσους έχουν ήδη πληγεί, αλλά και ενίσχυσης των ελέγχων και των κτηνιατρικών υπηρεσιών, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων πρόληψης και περιορισμού της ευλογιάς. Όπως τονίζουν, η προστασία του ζωικού κεφαλαίου δεν αφορά μόνο τον κτηνοτροφικό κλάδο, αλλά συνδέεται άμεσα με τη δημόσι