«Βίαιος διδάσκαλος» κατά τον Θουκυδίδη, επιταχυντής ραγδαίων εξελίξεων και διαμορφωτής των παγκόσμιων γεωπολιτικών ισορροπιών στη σύγχρονη εποχή, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέα δεδομένα σε μια από τις πλέον κομβικές περιοχές της υφηλίου: στο σταυροδρόμι μεταξύ Ανατολής και Δύσης, όχι μακριά από το ελληνικό σύστημα ασφαλείας, με την Αθήνα να προσαρμόζει τις τελευταίες εβδομάδες, τη στρατηγική της, καλούμενη αφενός, να ανταποκριθεί στις προκλήσεις επί του πεδίου, αφετέρου, να ενισχύσει τις συμμαχίες της, αλλά και να αναζητήσει επιπλέον ερείσματα, πέραν της Ανατολικής Μεσογείου.

Το «παράδειγμα» Κύπρος

Η μέρα μετά τον πόλεμο θα βρει την Ελλάδα, πρωτίστως, με ενισχυμένο αμυντικό αποτύπωμα. Ως «πάροχο ασφαλείας, όχι μόνο για την ελληνική επικράτεια, αλλά και ευρύτερα», όπως λένε κυβερνητικά στελέχη, μετά την αποστολή της στρατιωτικής βοήθειας στην Κύπρο, την ανάπτυξη των πυραύλων Patriot στην Κάρπαθο και τον Έβρο, καθώς και την εμπλοκή της ελληνικής πυροβολαρχίας στην κατάρριψη δύο ιρανικών πυραύλων στον εναέριο χώρο της Σαουδικής Αραβίας. Πέραν όμως αυτών των τετελεσμένων, τα οποία επιβλήθηκαν εν μέσω του πολέμου, η Αθήνα αφενός, διεκδικεί διακριτό ρόλο στην επιτάχυνση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, αφετέρου, επιδιώκει να καταστήσει σαφές στους συμμάχους της ότι τα νότια σύνορα της ΕΕ χρήζουν προστασίας, αντίστοιχης με αυτής που σχεδιάζεται στα ανατολικά, εξαιτίας της ρωσικής απειλής.

Όσον αφορά το πρώτο, καίριος είναι ο ρόλος της Γαλλίας, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη να κινείται ήδη προς περαιτέρω ενίσχυση των διμερών δεσμών. Οι δύο πλευρές, παραδοσιακές ναυτικές δυνάμεις, συνδέονται διαχρονικά με κοινά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ, εντός του Απριλίου, επίκειται η ανανέωση της αμυντικής συμφωνίας. Ο πρόεδρος Μακρόν αναμένεται να ταξιδέψει τότε στην ελληνική πρωτεύουσα, με τα επιτελεία των ηγετών να αναζητούν, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, πεδία ενίσχυσης της ρήτρας αμυντικής συνδρομής, η οποία περιλαμβάνεται από το 2021 στη στρατηγική συνεργασία.

H ευρωπαϊκή άμυνα

Αθήνα και Παρίσι συμφωνούν, όπως αποδείχθηκε στην περίπτωση προστασίας του εδάφους της Κύπρου, ότι μόνο τα μικρότερα και κυρίως πιο ευέλικτα σχήματα δύνανται να φέρουν απτά αποτελέσματα επί του πεδίου, δίνοντας σάρκα και οστά στο εγχείρημα της πολύφερνης ευρωπαϊκής άμυνας. Όπως συνέβη, άλλωστε, και στην επιχείρηση ASPIDES, οι δυνάμεις που αναπτύχθηκαν στα ανοιχτά της Μεγαλονήσου ήταν συγκεκριμένες και σε διαφορετικές ταχύτητες, με αποτέλεσμα να γίνει ευλόγως αντιληπτό ότι οποιαδήποτε συζήτηση περί μελλοντικής κοινής άμυνας των «27» αποτελεί απλώς θεωρητικό ευχολόγιο. Αντιθέτως, οι επιμέρους συμμαχίες, σαφώς πιο ρεαλιστικές, βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο του σκεπτικού της Αθήνας, ώστε να επιτευχθεί και ο δεύτερος στόχος, δηλαδή η ενίσχυση της άμυνας στα νότια της Ενωσης.

Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, ο έλληνας πρωθυπουργός, από κοινού με τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη, πρόβαλαν την ανάγκη επικαιροποίησης του άρθρου 42.7 της Ενωσης, περί των συνθηκών ενεργοποίησης της ρήτρας αμυντικής συνδρομής, σε περίπτωση που κράτος-μέλος δεχθεί εξωτερική επίθεση.

Η Τουρκία και το μπρα ντε φερ

Προφανώς, Αθήνα και Λευκωσία κινητοποιούνται προς αποτροπή μιας πιθανής επανενεργοποίησης της τουρκικής αναθεωρητικής ατζέντας, επιχειρώντας a priori να ορθώσουν έναν αποτελεσματικό μηχανισμό συλλογικής αντίδρασης και πάλι βεβαίως, στη λογική μιας «συμμαχίας των προθύμων». Στις δύο πρωτεύουσες δεν τρέφουν αυταπάτες περί μιας δραστικής συμμετοχής όλων των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων σε μια τέτοια πρωτοβουλία (π.χ. Γερμανία, Ισπανία και Ολλανδία), εξού και επικεντρώνονται σε αυτούς που θα μπορούσαν πράγματι να σπεύσουν προς ενίσχυση της ελληνικής και της κυπριακής άμυνας, με προεξάρχουσα και πάλι τη Γαλλία.

Στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών δεν έχει αλλάξει η αντίληψη περί «άκαιρων» και «αναντίστοιχων με την ευρύτερη ταραγμένη συγκυρία» αντιδράσεων της Τουρκίας, έναντι των αμυντικών πρωτοβουλιών της Αθήνας, αυτό όμως δε συνεπάγεται οιουδήποτε είδους εφησυχασμό. Άλλωστε, πέραν της προσπάθειας να καταγγείλει διεθνώς την αμυντική ανάπτυξη της Ελλάδας, η Άγκυρα επιδεικνύει την τελευταία περίοδο, ιδιαίτερη κινητικότητα στη Μέση Ανατολή, γεγονός που εξετάζεται επισταμένως από την ελληνική διπλωματία. Ταυτοχρόνως, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης αναλαμβάνει νέα πρωτοβουλία προσέγγισης με τη Λιβύη, προγραμματίζοντας, μετά τη Βεγγάζη, να επισκεφθεί και την Τρίπολη, ενώ εκκρεμεί η διεξαγωγή του δεύτερου γύρου διαπραγματεύσεων, για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών ανάμεσα στις τεχνικές ομάδες.

Στην Αθήνα, φυσικά, δεν υποτιμούν το γεγονός ότι μέσα σε διάστημα λίγων ημερών, ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν προώθησε, πρώτον τη διαδικασία σύναψης στρατιωτικής συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, προσθέτοντας μάλιστα στην εξίσωση και την Αίγυπτο. Μετά τη συνάντησή του με τους ομολόγους των κρατών της Συνεργασίας του Κόλπου, ο Φιντάν εκτίμησε ότι έχει έρθει η ώρα διεύρυνσης των αμυντικών συνεργασιών στη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία επιχειρεί συστηματικά να αναδειχθεί, πλέον, με όχημα τη στρατιωτική βιομηχανία της και με δεδομένη την αποδυνάμωση του Ιράν, ως εγγυητής ασφαλείας της ευρύτερης περιοχής και δι’ αυτού σε ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου.

Η Αθήνα, βεβαίως, έχει αναβαθμίσει τις σχέσεις της με τους ισχυρότερους παίκτες του Κόλπου και δη τη Σαουδική Αραβία, καθώς και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Μετά την επιτυχή ενεργοποίηση των ελληνικών Patriot, και στην κατεύθυνση περαιτέρω κεφαλαιοποίησης των διμερών σχέσεων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνομίλησε, τόσο με τον πρίγκιπα διάδοχο του σαουδαραβικού θρόνου και σύμφωνα με επιβεβαιωμένες πληροφορίες, οι δύο ηγέτες συζήτησαν την προοπτική ανανέωσης της αμυντικής συνεργασίας, άρα και την παράταση παραμονής της ελληνικής πυροβολαρχίας στις δυτικές ακτές της χώρας. Προοπτική που εξαιτίας του πολέμου κρίνεται πλέον ως άκρως απαραίτητη για το Ριάντ. Αντιστοίχως, στο Μέγαρο Μαξίμου αναμένουν αύξηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος και επιτάχυνση της διασύνδεσης μεταφοράς ψηφιακών δεδομένων.

Ο «γρίφος» Τραμπ

Με δεδομένη τη νέα σφοδρή επίθεση του Ντόναλντ Τραμπ στο ΝΑΤΟ και κυρίως στους Ευρωπαίους, μετά την απόρριψη της αμερικανικής πρότασης περί σχηματισμού δύναμης, προκειμένου να ανακτηθεί ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ, στην Αθήνα καλούνται να αξιολογήσουν το πώς θα διαμορφωθούν οι ευρωατλαντικές σχέσεις μετά τον πόλεμο. Βέβαιο είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, αφού αποτιμήσουν τη νέα πραγματικότητα που θα διαμορφωθεί στην ευρύτερη περιοχή, θα αναπροσαρμόσουν τη στρατηγική και την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σύμφωνα με ανώτερη διπλωματική πηγή, η οποία παραπέμπει και στα λεγόμενα του αμερικανού πρέσβη στο ΝΑΤΟ Μάθιου Γουίτακερ, από την Αλεξανδρούπολη, περί του καίριου ρόλου της Ελλάδας ως συμμάχου στη νοτιοανατολική πτέρυγα της δυτικής συμμαχίας, «η σχέση μας με την Ουάσιγκτον δεν ετεροκαθορίζεται και δεν εξαρτάται από τη στάση του αμερικανού προέδρου, έναντι γενικώς των Ευρωπαίων». Στην κυβέρνηση εκτιμούν ότι έως τώρα τηρούν με επιτυχία τις ισορροπίες μεταξύ Βρυξελλών – Ουάσιγκτον, έχοντας μάλιστα ενισχυθεί οι επαφές μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών Γεραπετρίτη και Ρούμπιο, αλλά και με τις πρόσφατες ενεργειακές συμφωνίες.

Επειτα, πάντως, από τη ρητή άρνηση της Αθήνας για πιθανή παρουσία στο Ορμούζ, στο εν λόγω αφήγημα καταγράφηκαν ρηγματώσεις. Εξού και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προέκρινε από το βήμα του υπουργικού συμβουλίου μια «δημόσια συζήτηση» για τις εξελίξεις και τις επιπτώσεις που προκύπτουν για τη χώρα, εξαιτίας του κλεισίματος των Στενών. Εμπειροι διπλωμάτες έλεγαν στο «Βήμα» ότι η Ελλάδα είναι αδύνατο να αποκλείσει εκ προοιμίου εαυτήν από μια τέτοια πρωτοβουλία, όταν το διακύβευμα αφορά και τον ισχυρό εμπορικό στόλο της χώρας. Δεν παύει, όμως, να είναι μια ριψοκίνδυνη επιλογή, με σοβαρό πολιτικό κόστος στο εσωτερικό.