ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ
Από την κόρη του, Μαίρη Μιχ. Διακολιού
Η τελευταία ολοκληρωμένη φράση που άκουσα από τον πατέρα μου ήταν:
«Εγώ θα κάνω το καλό, το σωστό και το προκομμένο».
Αυτή η φράση δεν ήταν απλώς λόγια· ήταν ολόκληρη η κοσμοθεωρία του. Με αυτήν έζησε και αυτήν άφησε ως κληρονομιά σε εμάς: να προχωράμε μπροστά και πάντα να προσθέτουμε – αν όχι να πολλαπλασιάζουμε – ό,τι μας έχει δοθεί.
Γεννήθηκε στα Σπόα, ένα μικρό ορεινό χωριό της Καρπάθου, μέσα στη φτώχεια, χωρίς υλικά εφόδια, παρά μόνο με βαθιά αίσθηση καθήκοντος και ένα έμφυτο χάρισμα: την ευφυή, εμπορική σκέψη.
Με αυτό το ταλέντο, τη σκληρή δουλειά και την οξύτητα του νου του, αυτοδημιουργήθηκε. Δημιούργησε συνθήκες ασφάλειας για την οικογένειά του, αλλά και για πολλούς άλλους. Για αρκετούς υπήρξε βοηθός, στήριγμα και φίλος· για κάποιους, η βάση της οικονομικής τους ανάκαμψης. Δεν εισέπραξε πάντοτε την ευγνωμοσύνη που άξιζε.
Κι όμως, όταν τον πλήγωσαν η αχαριστία και η ζήλια, τις δέχτηκε σιωπηλά. Δεν απέρριψε ούτε τις επιλογές του ούτε τους ανθρώπους. Συχνά τους δικαιολογούσε. Ποτέ δεν μίσησε.
Τίμησε το καθήκον του προς τους γονείς και τα μικρότερα αδέλφια του, στάθηκε προστάτης της γυναίκας του και σε εμάς, τα παιδιά του, πρόσφερε όσα περισσότερα μπορούσε.
Έβλεπε τον κόσμο όχι όπως ήταν, αλλά όπως πίστευε πως θα γίνει. Έπαιρνε αποφάσεις γρήγορες και τολμηρές, ρίσκαρε, έθετε στόχους. Ήταν δραστήριος, δημιουργικός, επίμονος, αυστηρός – αλλά βαθιά ανθρώπινος.
Πίστευε στους ανθρώπους όπως θα έπρεπε να είναι, κι αυτό τον οδήγησε σε απογοητεύσεις. Δεν πρόλαβε ίσως να δικαιωθεί σε όλα τα εγκόσμια. Δικαιώθηκε όμως στα ουσιώδη.
Έφτιαξε, μαζί με τη μητέρα μας, μια οικογένεια. Μια σύζυγο που τον τίμησε, παιδιά που τον σεβάστηκαν και εγγόνια που πρόλαβε να δει να μεγαλώνουν, να συμβουλέψει και να αγαπήσει. Μας χάρισε τη βάση για να μη ζήσουμε τις στερήσεις που βίωσε ο ίδιος.
Έζησε μια ζωή γεμάτη κόπους, ιστορίες και διδάγματα. Ο αληθινός του πλούτος δεν ήταν τα υλικά αγαθά, αλλά η διαδρομή. Μικρές, καθημερινές σκέψεις γεμάτες σοφία.
«Πλούτος δεν είναι όσα έχεις, αλλά πόσοι άνθρωποι σε αγαπούν», μου έλεγε.
Και το διαπιστώνω τώρα. Άνθρωποι ήρθαν να μου μιλήσουν για πράξεις απλές, αλλά γεμάτες νόημα: για ένα κέρασμα, μια κουβέντα, ένα ενδιαφέρον αληθινό. Ήταν ανοιχτός, γενναιόδωρος, κοινωνικός χωρίς προσποίηση. Ό,τι έδινε, το έδινε από καρδιάς.
Ακούραστος, πάντα διαθέσιμος για το σπίτι και την οικογένεια. Ποτέ δεν έλεγε όχι. Ήθελε να είναι στήριγμα, κολώνα, οδηγός. Αυτός ήταν ο στόχος ζωής του.
Καλός πατέρας. Μας λείπει. Ακόμη και σήμερα πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται: «Θα ρωτήσω τον μπαμπά, θα ξέρει».
Πατέρα, δεν ξέρω αν σου ανταπέδωσα όσα μου πρόσφερες. Δεν ξέρω αν κατάλαβες πόσο σε ευγνωμονώ. Σε θαύμαζα και σε θαυμάζω. Σε αγαπούσα και σε αγαπώ.
Ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της ασθένειας, το μυαλό σου δεν σε εγκατέλειψε. Η δύναμη της ψυχής σου σε κράτησε όρθιο, κοντά μας, μέχρι το τέλος.
Και έτσι, ο Αρχάγγελος που έφερες το όνομά του δεν σε πήρε με ρομφαία, αλλά απαλά, από τον ύπνο σου, οδηγώντας σε εκεί όπου το σώμα αναπαύεται και η ψυχή αγρυπνά.
Έχεις να συναντήσεις αγαπημένα πρόσωπα. Κυρίως, να ενωθείς με τον Δημιουργό σου και να βρεις τη γαλήνη που σου άξιζε.
Το ταξίδι σου εδώ τελείωσε, μα η μνήμη και η παρακαταθήκη σου θα ζουν μέσα μας, ώσπου να ξανασυναντηθούμε στην αληθινή ζωή.


